Το κουκί και το ρεβίθι

Views:
 
Category: Education
     
 

Presentation Description

No description available.

Comments

Presentation Transcript

Διαφάνεια 17:

Το κουκί και το ρεβίθι Οι μαθητές του Δ1 ανατρέπουν γνωστά παραμύθια ή αυτοσχεδιάζουν Ζιάννη Ολυμπία

Διαφάνεια 17:

Το αγαπημένο νεραϊδοζευγάρι Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη δως της κλώτσο να γυρίσει παραμύθι να αρχινίσει... Μια φορά και έναν καιρό, κάπου μακριά στη νεραϊδοχώρα , στη λαμπερή κοιλάδα, ζούσε ένα νεραϊδοζευγάρι . Η Φεγγαρολούλουδη και ο Φωτεινός.Μια μέρα η Φεγγαρολούλουδη γέννησε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι που το ονόμασαν Κρυσταλλένια. Δυστυχώς, όμως, η Φεγγαρολούλουδη πέθανε.Ο Φωτεινός στενοχωρήθηκε πάρα πολύ. Ξαναπαντρεύτηκε μια ωραία γυναίκα αλλά κακιά. Την έλεγαν Πονηρούλα. Είχε ακόμη δύο κόρες: η μία ήταν παχουλή και η άλλη λεπτή. Ο πατέρας της Κρυσταλλένιας πέθανε από τη λύπη του. Στο μεταξύ, η Κρυσταλλένια περνούσε άσχημα. Η μητριά της και οι δύο κόρες της την έβαζαν να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού: το σφουγγάρισμα, το σκούπισμα, το ξεσκόνισμα κ.α. Η Κρυσταλλένια, μην αντέχοντας άλλο, έφυγε από τη λαμπερή κοιλάδα και πήγε στο σμαραγδένιο βουνό. Ήταν τόσο δυστυχισμένη! Όταν έφτασε εκεί, γνώρισε έναν καλό νεραϊδάνθρωπο . Της είπε ότι ήταν πρίγκιπας και ότι τον λένε Λεοντόκαρδο. Αυτός την καλωσόρισε στο παλάτι των γονιών του. Το παλάτι ήταν φτιαγμένο από κρύσταλλα, διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια κ.α. Ακόμη, αυτό είχε δεκάδες ορόφους, πολλά δωμάτια, κουζίνες με πολλών λογιών φαγητά και γλυκά, τραπεζαρίες κ.α. Οι γονείς του πρίγκιπα την καλωσόρισαν. Οι δύο νέοι αγαπήθηκαν. Σύντομα παντρεύτηκαν και έγινε ένα μεγάλο γλέντι με πολλά λαχταριστά νεραϊδοφαγητά . Οι Πονηρούλα και οι δύο κόρες της τής έδωσαν ως γαμήλιο δώρο ένα μαγεμένο μαντίλι. Όταν το νεραϊδοζευγάρι γύρισε στο παλάτι ο Λεοντόκαρδος πήγε για κυνήγι. Η Κρυσταλλένια φόρεσε το μαντίλι και αμέσως έπεσε κάτω αναίσθητη. Σε λίγο, γύρισε ο πρίγκιπας και την έντυσε με μια χρυσή φορεσιά. Μόλις της έβγαλε το μαντίλι, εκείνη άνοιξε τα μάτια της. Ύστερα του είπε την ιστορία της. Ο Λεοντόκαρδος εξόρισε την κακιά μητριά και τις δύο κόρες της. Το νεραϊδοζευγάρι έζησε για πάντα αγαπημένο. Την μητριά και τις κόρες της κανένας δεν τις ξαναείδε. Και – ποιος ξέρει – ίσως κάποιος, άμα πάει στη νεραϊδοχώρα , να μπορέσει να δει το πανέμορφο παλάτι!! ΑΝΝΑ ΚΟΚΚΑΛΗ

Διαφάνεια 17:

Η Ωραία Κοιμωμένη A νάποδα   Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα ο βασιλιάς και η βασίλισσα γέννησαν ένα όμορφο κοριτσάκι. Δυστυχώς φαινόταν πως η πριγκίπισσα θα γινόταν γλωσσού και γκρινιάρα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα κάλεσαν τις νεράιδες στο παλάτι για να προσφέρουν τις ευχές τους στη μικρή πριγκίπισσα. Όμως οι νεράιδες πρόσεξαν ότι το κοριτσάκι θα έβγαινε κακό και έτσι κάναν γι’ αυτό κακές ευχές. Όμως η πιο καλή νεράιδα έκανε την ευχή η πριγκίπισσα να είναι καλή και ευγενική. Στην πριγκίπισσα όμως δεν άρεσε αυτή η ευχή. Κι έτσι αποφάσισε να κάνει τη νεράιδα να κοιμηθεί για είκοσι χρόνια. Μια μέρα λοιπόν η πριγκίπισσα, ζήτησε απ’ τη νεράιδα να της περάσει τη κλωστή στο αδράκτι . Όμως η νεράιδα τρυπήθηκε στο αδράκτι και κοιμήθηκε. Ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα αρραβωνιάστηκαν και τσακώθηκαν άσχημα. Ο πρίγκιπας μπήκε καταλάθος στο δωμάτιο της νεράιδας και τη φίλησε. Η νεράιδα ξύπνησε. Τελικά ο πρίγκιπας και η νεράιδα παντρεύτηκαν. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Μαριάννα

Διαφάνεια 17:

Η κοκκινοσκουφίτσα από την ανάποδη Μια φορά και έναν καιρό σε ένα δάσος μακρινό ζούσε ένα λυκάκι . Ζούσε με τη μαμά του σε ένα σπίτι κοντά σ’ ένα ξέφωτο. Μια φορά ζήτησε να πάει μια βόλτα στο δάσος. Η μαμά τού είπε να προσέχει και να μην πάει από τη σκοτεινή πλευρά του δάσους γιατί εκεί κυκλοφορεί η κακιά Κοκκινοσκουφίτσα. Το λυκάκι της απάντησε να είναι ήσυχη και ότι δεν θα πάει από εκεί. Το λυκάκι έφυγε και πήγε στο ξέφωτο για να παίξει. Όμως έτσι όπως έπαιζε του έφυγε η μπάλα έξω από το ξέφωτο και πήγε μακριά. Το λυκάκι έτρεξε να την βρει. Μόλις την βρήκε γύρισε να δει πού είναι αλλά ήταν πολύ αργά, είχε απομακρυνθεί πολύ από το ξέφωτο, χωρίς να το καταλάβει. Έψαξε τον δρόμο για να επιστρέψει. Είδε κάποιο κορίτσι να φτιάχνει παγίδες στο χώμα και να τις σκεπάζει με φύλλα και κλαράκια. Την ρώτησε πού πρέπει να πάει για να βρει το σπίτι του. Εκείνη τον ξεγέλασε και τον οδήγησε στο σπίτι της. Εκεί τον φυλάκισε στη σοφίτα. Ξαφνικά ακούστηκε το κουδούνι του σπιτιού. Ήταν η μαμά λύκαινα που έψαχνε το παιδί της. Η Κοκκινοσκουφίτσα άνοιξε και τρόμαξε όταν είδε την μεγάλη λύκαινα. Έτρεξε να κρυφτεί. Η μαμά μπήκε στο σπίτι και άκουσε τις φωνές του μικρού λύκου που ζητούσε βοήθεια. Έσπασε την πόρτα, ελευθέρωσε το λυκάκι και έφυγαν από το σπίτι της κακιάς Κοκκινοσκουφίτσας. Στο τέλος λοιπόν όλα πήγαν καλά για τη μαμά αλλά και για το μικρό λυκάκι . Τέλος καλά όλα καλά! Σάββας

Διαφάνεια 17:

Ο καλός Ρούνης Γουρούνης Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα δάσος, σ’ ένα σπίτι από άχυρα, ο Ρούνης ο Γουρούνης . Ήταν ένα πολύ όμορφο σπιτάκι για τον Ρούνη . Μια μέρα ο Ρούνης πήγε βόλτα. Καθώς γυρνούσε από τη βόλτα είδε ότι το σπίτι του ήταν διαλυμένο. Ο Ρούνης δεν είχε που να μείνει. Έψαξε να βρει ποιος χάλασε το αχυρένιο του σπιτάκι αλλά δεν τα κατάφερε. Την επόμενη μέρα ο Ρούνης είχε μια πολύ ωραία ιδέα: να φτιάξει ένα ωραίο και πιο γερό σπιτάκι. Έφτιαξε ένα σπιτάκι από ξύλα και έμεινε εκεί. Το βράδυ καθώς κοιμόταν ένιωσε κάτι να του κουνάει το κρεβάτι. Σηκώθηκε νομίζοντας ότι είναι σεισμός αλλά είδε τρία μικρά λυκάκια με τα πριονάκια τους, να του πριονίζουν το σπίτι. Ο Ρούνης δεν ήξερε τι να κάνει. Απογοητευμένος, θλιμμένος και θυμωμένος, ο Γουρούνης , αποφάσισε να φτιάξει ένα πιο γερό σπίτι από τσιμέντο. Το έφτιαξε λοιπόν και ζούσε εκεί πολύ ευτυχισμένος. Μια μέρα όμως τα τρία μικρά λυκάκια του έβαλαν δυναμίτη και κατέστρεψαν το σπιτάκι του. Ο Ρούνης δεν είχε πού να μείνει και δεν του ερχόταν καμιά ιδέα στο μυαλό. Όπως στεκόταν στενοχωρημένος είδε έναν κύριο να περνά που πουλούσε λουλουδάκια. Ο Ρούνης πήγε κοντά του και τον ρώτησε πόσο κοστίζουν όλα τα λουλούδια. Ο κύριος του είπε ότι κοστίζουν εκατό ευρώ. Ευτυχώς ο Ρούνης είχε φυλάξει τα τελευταία του χρήματα και μπόρεσε να τα αγοράσει. Με αυτά τα λουλούδια κατασκεύασε ένα σπίτι από λουλούδια δηλαδή ένα λουλουδόσπιτο ! Όταν τελείωσε εμφανίστηκαν πάλι τα τρία λυκάκια και ετοιμάζονταν να το καταστρέψουν. Ένα όμως από αυτά είπε : «πόσο ωραία μυρίζει αυτό το σπίτι, είναι κρίμα να το χαλάσουμε!». Όταν ο Ρούνης άκουσε τις φωνές τους βγήκε από το σπίτι τρομαγμένος. Τα λυκάκια του ζήτησαν συγνώμη για ότι είχαν κάνει και του είπαν! « Σε παρακαλούμε μπορούμε να μείνουμε και εμείς μαζί σου στο λουλουδόσπιτο ;» Ο Ρούνης απάντησε: «Ναι μπορείτε, ελάτε μέσα». Τα λυκάκια έγιναν φίλοι με τον Ρούνη και έζησαν μαζί πολύ όμορφα στο λουλουδόσπιτο ! Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! Φίλιππος

Διαφάνεια 17:

Η κακιά Σταχτοπούτα Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μεγάλο σπίτι ζούσε μια πάμπλουτη γυναίκα που την έλεγαν Σταχτοπούτα. Μαζί της ζούσαν και οι τρεις κόρες της. Οι δυο της κόρες ήταν τεμπέλες αλλά τις αγαπούσε πολύ. Την τρίτη κόρη δεν την αγαπούσε και δεν της έδινε καμία σημασία, λες και δεν υπήρχε στο σπίτι. Αυτή δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δεν ήταν τεμπέλα και έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού. Η κόρη αγαπούσε έναν πρίγκιπα αλλά η Σταχτοπούτα είχε μια μαύρη κακιά γάτα που δεν άφηνε την καλή κόρη να δει τον πρίγκιπά της και το μαρτύραγε στην Σταχτοπούτα. Ένα βράδυ, που όλοι κοιμόντουσαν και η καλή κόρη καθάριζε, μια μαγική λάμψη την τύλιξε. Ήταν μια νεράιδα που την έντυσε όμορφα και την έστειλε να βρει τον πρίγκιπά της στον χορό του παλατιού. Χόρεψε με τον πρίγκιπα αλλά όταν η ώρα πήγε δώδεκα έφυγε τρέχοντας γιατί η νεράιδα της είχε πει ότι στις δώδεκα θα λυθούν τα μάγια. Ο πρίγκιπας έστειλε στρατιώτες να ψάξουν όλα τα σπίτια να βρουν την αγαπημένη του. Στο τελευταίο σπίτι, της Σταχτοπούτας, εκείνη είπε ψέματα ότι έχει μόνο δυο κόρες αλλά οι στρατιώτες έψαξαν και βρήκαν και την τρίτη κόρη. Την πήγαν στο παλάτι και οι δυο νέοι παντρεύτηκαν και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! Θωμάς

Διαφάνεια 17:

Η κακιά Κοκκινοσκουφίτσα και ο καλός λύκος Μια φορά και έναν καιρό σε ένα πυκνό δάσος ζούσε η Κοκκινοσκουφίτσα με τη μαμά της. Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν ένα πολύ ζωηρό και άτακτο κορίτσι. Όπου και να πήγαινε μέσα στο δάσος σκόρπιζε τον φόβο και τον τρόμο στα ζώα . Μια φορά η μαμά της Κοκκινοσκουφίτσας της είπε να πάει ένα καλάθι γεμάτο τρόφιμα στη γιαγιά της. Η Κοκκινοσκουφίτσα καθώς προχωρούσε κουνούσε πολύ επικίνδυνα το καλάθι με αποτέλεσμα τα περισσότερα τρόφιμα να σκορπιστούν εδώ κι εκεί στον δρόμο. Όταν έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς άρχισε να φωνάζει και να ουρλιάζει για να της ανοίξει. Η γιαγιά περιποιόταν στο σπίτι έναν πληγωμένο λύκο. Τον άφησε λοιπόν ν’ ανοίξει εκείνος την πόρτα. Η Κοκκινοσκουφίτσα τρόμαξε πολύ και ντράπηκε γιατί ήταν ο λύκος που είχε πληγώσει εκείνη με την σφεντόνα της. Η γιαγιά της είπε ότι πρέπει να σεβόμαστε τα ζώα του δάσους και την έστειλε να μαζέψει όλα τα τρόφιμα που είχε σκορπίσει . Η Κοκκινοσκουφίτσα κατάλαβε το λάθος της, μάζεψε τα τρόφιμα και τα έδωσαν στον λύκο να τα πάει στη φωλιά του μέχρι να γίνει καλά και να μπορεί και πάλι να κυνηγήσει στο δάσος. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Αλέξης

Διαφάνεια 17:

Ο λαγός και η χελώνα Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα όμορφο δάσος ζούσαν πολλά ζώα ευτυχισμένα. Μια μέρα η χελώνα συναντήθηκε με τον λαγό και άρχισε να το κοροϊδεύει: «είσαι πολύ αργός και εγώ πιο γρήγορη», του έλεγε. Μετά από λίγο η χελώνα τον προκάλεσε σε αγώνα τρεξίματος. Ο λαγός δέχτηκε με βαριά καρδιά, βέβαια. Η χελώνα είπε στα σκιουράκια: «εσείς θα είστε μάρτυρες της νίκης μου». Την άλλη μέρα ο λαγός και η χελώνα συναντήθηκαν για τον αγώνα. Τα σκιουράκια έδωσαν το σύνθημα της εκκίνησης. Η χελώνα έφυγε σαν αστραπή και κι ο λαγός άρχισε να περπατάει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Μετά από λίγο η χελώνα κοίταξε πίσω, δεν είδε τον λαγό και είπε: «ακόμα στην αρχή θα είναι αυτός ο αργοκίνητος». Λίγο πριν το τέρμα η χελώνα ξανακοίταξε πίσω της, δεξιά της και είπε: «ας καθίσω εδώ λίγο να ξαποστάσω και να φάω κάτι, ο λαγός θα κάνει ώρες να με φτάσει». Κάθισε η χελώνα κι άρχισε να τρώει μέχρι που την πήρε ο ύπνος. Μετά από λίγο να σου και ο λαγός. Πέρασε αθόρυβα μπροστά από τη χελώνα κι έβαλε όλη του τη δύναμη μέχρι τον τερματισμό. Η χελώνα ξύπνησε αλλά ήταν αργά. Ο λαγός είχε σχεδόν φτάσει στο τέρμα. Άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί αλλά δεν τα κατάφερε μιας και το στομάχι της ήταν γεμάτο. Τα σκιουράκια αναφώνησαν: «ζήτω κέρδισε ο λαγός». Και ο λαγός είπε στη χελώνα: «να μάθεις ότι δεν πρέπει να κοροϊδεύεις τους άλλους γιατί δεν τρέχουν γρήγορα!» Παναγιώτης Κατσουλάκος

Διαφάνεια 17:

Η Πρασινοσκουφίτσα και ο Τζακ Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη δώσ ’ της κλότσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινήσει. Κάποτε ζούσαν ένα κοριτσάκι, η Πρασινοσκουφίτσα και ένα αγοράκι, ο Τζακ , στον κόσμο του ζαχαρωμένου βασιλείου. Το πρόβλημα ήταν ότι όταν έβρεχε τα πάντα έλιωναν! Ο Ζαχαροζυμωτής , ο επιστήμονας του βασιλείου, προσπαθούσε να βρει τρόπους για να μην μπορεί η βροχή να λιώνει τα σπίτια αλλά δεν τα κατάφερνε. Όταν ο δήμαρχος της πόλης, ο κύριος Ζαχαροπάπουτσος και η γυναίκα του, η Αφρατούλα , περνούσαν απ’ το εργαστήριο του Ζαχαροζυμωτή μια παράξενη ακτίνα έπεσε πάνω στον δήμαρχο και τον μεταμόρφωσε σε βάτραχο. Περνώντας από εκεί ο Τζακ με την Πρασινοσκουφίτσα είδαν έναν βάτραχο με στέμμα και την κυρία Αφρατούλα να κλαίει. Τους εξήγησε τα είχε συμβεί ενώ κατέφθανε τρομαγμένος και ο επιστήμονας, ο Ζαχαροζυμωτής . –Ω, Θεέ μου! Τι έκανα, πρέπει να με βοηθήσετε να τον ξανακάνουμε άνθρωπο, είπε στενοχωρημένος. –Πώς όμως; ρώτησαν τα παιδιά. Ο επιστήμονας τους είπε ότι στο δάσος, στον ποταμό Σαντιγύ, υπάρχει το αντίδοτο. Τα παιδιά ξεκίνησαν για το δάσος για να βρουν το αντίδοτο που θα μεταμόρφωνε και πάλι τον δήμαρχο σε άνθρωπο. Έφτασαν σε ένα ξέφωτο και σταμάτησαν για να ξαποστάσουν. Μέσα απ’ τις πυκνόφυλλες οξιές ακούστηκε το βουητό του ποταμού και ο αέρας μύριζε σαντιγύ . Πραγματικά σε λίγα μέτρα συνάντησαν τον ποταμό Σαντιγύ. Ο Τζακ άκουσε ένα λυκάκι που έκλαιγε γιατί ήθελε να περάσει στην απέναντι όχθη και να πάει στη μαμά του. Ο Τζακ με τη βοήθεια της Πρασινοσκουφίτσας βρήκαν έναν χοντρό κορμό, τον έκαναν βάρκα και πέρασαν το λυκάκι απέναντι. Κατόπιν πήραν σαντιγύ από τον ποταμό και γύρισαν στην πόλη. Έδωσαν το αντίδοτο στον Ζαχαροζυμωτό και εκείνος στον δήμαρχο και από βάτραχος έγινε πάλι άνθρωπος. Μετά από κάμποσα χρόνια και πολλές προσπάθειες ο Ζαχαροζυμωτός κατάφερε να βρέχει και να μη λιώνει η πόλη. Και ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα! Γιάννης

Διαφάνεια 17:

Η κοκκινοσκουφίτσα και τα μάφιν Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένα μακρινό χωριό με πολλά φυτά και έναν λαμπερό ήλιο να φωτίζει τα σπίτια. Εκεί ζούσε μια κακιά κοκκινοσκουφίτσα και ένας καλός λύκος. Του λύκου του άρεσε να πηγαίνει μάφιν στη γιαγιά του και να τραγουδάει στον δρόμο. Συνήθως όμως η κακιά κοκκινοσκουφίτσα του έκλεβε τα μάφιν πριν λύκος τα πάει στη γιαγιά του. Κάποια μέρα που η κοκκινοσκουφίτσα προσπάθησε πάλι να του πάρει τα μάφιν ο αδερφός του λύκου, που ήταν μεγαλύτερος, την αιφνιδίασε της τα πήρε πίσω και τη μάλωσε. Η κακιά κοκκινοσκουφίτσα ζήτησε συγνώμη, έγινε καλή και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! Παναγιώτης Καπουσούζης

Διαφάνεια 17:

Τα έξι κατσικάκια και ο κακός λύκος Μια φορά ζούσαν έξι κατσικάκια με τη μαμά τους. Η μαμά τους πήγε για ψώνια και είπε στα μικρά της να μην ανοίξουν την πόρτα σε κανέναν όσο θα λείπει. Ο κακός λύκος χτύπησε την πόρτα του σπιτιού των κατσικιών. Εκείνα ρώτησαν ποιος είναι και ο κακός λύκος απάντησε πως είναι η μαμά τους και ότι ξέχασε το πορτοφόλι της. Τα κατσικάκια όμως είδαν τα πόδια του λύκου από τη χαραμάδα και κατάλαβαν ότι δεν ήταν η μητέρα τους και του είπαν να φύγει. Ο λύκος πήγε στο φούρνο να πάρει αλεύρι. Με το αλεύρι έβαψε τα πόδια του και ξαναχτύπησε την πόρτα. Τα κατσικάκια ξαναρώτησαν ποιος είναι και εκείνος απάντησε πως ήταν η μαμά τους. Μα τα κατσικάκια κατάλαβαν από τη χοντρή φωνή του πως δεν ήταν η μαμά και τον έδιωξαν. Αυτή τη φορά πήγε ν’ αγοράσει μέλι για να γλυκάνει τη φωνή του και αφού έφαγε λίγο ξαναχτύπησε για τρίτη φορά την πόρτα. Τα κατσικάκια την πάτησαν και άνοιξαν την πόρτα! Ο λύκος που πείναγε πολύ τα κατάπιε αμάσητα. Ένα κατσικάκι μόνο είχε κρυφτεί κάτω από τον καναπέ και γλίτωσε. Μόλις γύρισε η μαμά κατσίκα ρώτησε το μικρό της τι έγινε και το κατσικάκι τα εξήγησε όλα. Η μαμά βρήκε τον λύκο κοιμισμένο σε μια πλαγιά και του άνοιξε την κοιλιά, έβγαλε τα κατσικάκια και τη γέμισε με πέτρες. Όταν ο λύκος ξύπνησε και πήγε στη λίμνη να πιει νερό, όπως έσκυψε οι πέτρες βάρυναν και ο κακός λύκος πνίγηκε μέσα στη λίμνη. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! Παύλος

Διαφάνεια 17:

Ο Τζακ και η φασολιά Μια φορά και έναν καιρό ζούσε μια πλούσια αλλά κακιά οικογένεια. Ήταν καλοκαίρι και έμεναν στην πόλη. Την οικογένεια την αποτελούσε η μαμά με τον γιο της, τον Τζακ . Κάποια μέρα ο Τζακ έφερε από την αγορά τρία φασόλια και πήγε να τα φυτέψει επειδή δεν τρώγονταν. Την επόμενη μέρα μια θεόρατη φασολιά είχε φυτρώσει μπροστά στο σπίτι. Ο Τζακ την ανέβηκε και έφτασε σε ένα γιγάντιο παλάτι που στεκόταν στα σύννεφα. Μπήκε μέσα και αντίκρισε δυο μεγάλους γίγαντες, μια γυναίκα και έναν άντρα. Ο Τζακ κρύφτηκε αλλά τον βρήκαν. Για καλή του τύχη οι γίγαντες ήταν καλοί και τον καλωσόρισαν. Όμως ο κακός Τζακ σχεδίαζε να κλέψει τους δύο γίγαντες και καθώς περιπλανιόντουσαν στο παλάτι βρήκε κάτι και το πήρε. Ήταν ένα χρυσό αυγό. Ο Τζακ όμως ήθελε να βρει και αυτόν που έφτιαχνε τα χρυσά αυγά. Τελικά ανακάλυψε πως τα χρυσά αυγά τα έκανε μια χήνα. Την πήρε και άρχισε να τρέχει αλλά οι γίγαντες τον κυνήγησαν και πήραν πίσω την χήνα. Τον έκλεισαν σε ένα κελί και τον κλείδωσαν. Ο Τζακ κατάφερε να αποδράσει. Είχε πάρει το μάθημά του! Από τότε έγινε ένα καλό και χαρούμενο παιδί που έπαιζε και διασκέδαζε με όλους! Δημοσθένης

Διαφάνεια 17:

Το αλεπουδάκι και το ελαφάκι Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα καταπράσινο δάσος ένα μικρό αλεπουδάκι απομακρύνθηκε πολύ από τη μαμά του και χάθηκε. Όπως περιπλανιόταν στο δάσος ξαφνικά είδε ένα ελαφάκι. Το αλεπουδάκι είπε στο ελαφάκι αν θέλει να περπατήσουν μαζί και το ελαφάκι δέχτηκε. Καθώς τα δυο ζωάκια περπατούσαν πετάχτηκε μια πεινασμένη αρκούδα. Τα ζωάκια κρύφτηκαν σε μια έρημη σπηλιά. Σιγά σιγά άρχισε να βραδιάζει και ξέσπασε μια φοβερή καταιγίδα.Τα δύο ζωάκια αγκαλιασμένα και πολύ φοβισμένα προσπαθούσαν να κοιμηθούν. Όμως όταν τα έπαιρνε ο ύπνος ένας κεραυνός τα ξυπνούσε. Αφού η καταιγίδα κόπασε τα ζωάκια κοιμήθηκαν γλύκα. Την επόμενη μέρα αποφάσισαν να ψάξουν για τις μαμάδες τους. Καθώς περιπλανιόντουσαν στο δάσος συνάντησαν μια κουκουβάγια που ήξερε που ήταν η μαμά της αλεπούς. Τα ζωάκια ακολούθησαν τις οδηγίες της κουκουβάγιας και βρήκαν τη μαμά αλεπού.Το αλεπουδάκι ρώτησε τη μαμά του αν γίνεται να βρουν τη μαμά του ελαφιού και εκείνη δέχτηκε. Μετά από τρία μερόνυχτα το ελαφάκι βρήκε τη μαμά του. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Μάντυ

Διαφάνεια 17:

Ο Καλόκαρδος Λύκος   Κάποτε σε ένα μακρινό δάσος ζούσε ένας καλός λύκος με την οικογένειά του. Ο λύκος είχε μεγαλώσει και ήταν η ώρα να φύγει από το σπίτι του. Ο μπαμπάς του, του έδωσε μία λίστα με τις λιχουδιές που μπορούσε να φάει αν πείναγε. Ο παππούς του έδωσε μία πυξίδα και τα τρία του αδέλφια του έπαιξαν ένα αποχαιρετιστήριο τραγούδι. Ο λύκος περπάταγε στο δάσος και πείναγε πάρα πολύ. Ξαφνικά βλέπει την κατσίκα και τα 7 κατσικάκια. Ο λύκος κοιτάει την λίστα με τις λιχουδιές και είπε «θα σας φάω». Η κατσίκα άρχισε να κλαίει και είπε «Άμα είναι μην αφήσεις κανέναν από μας». Ο λύκος την λυπήθηκε και συνέχισε τον δρόμο του. Όπως περπάταγε είδε την κοκκινοσκουφίτσα και ο λύκος είπε «θα σε φάω». Η κοκκινοσκουφίτσα άρχισε να κλαίει και είπε «σε παρακαλώ μην με φας, η γιαγιά μου λέει ότι είμαι το φώς της». Ο λύκος άρχισε να κλαίει. Θυμήθηκε ότι η γιαγιά του έλεγε το ίδιο και έτσι συνέχισε τον δρόμο του. Αχ είμαι τόσο καλός που δεν μπορώ να φάω άλλη ζωή!! Πεινάω τόσο πολύ! Που θα βρω να φάω; Όπως περπάταγε βρήκε ένα σπίτι. Μέσα το τραπέζι ήταν γεμάτο φαί. Ο λύκος μπήκε μέσα και άρχισε να τρώει. Ο λύκος χόρτασε και έμεινε σε αυτό το σπίτι και έκανε παρέα με όλα τα ζώα του δάσους. Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! Έλλη

Διαφάνεια 17:

Ο φεγγαροσκεπαστής      Κάποτε υπήρχε μια μικρή πόλη που δεν μπορούσες ούτε στον χάρτη να την δεις. Εκεί οι κάτοικοι ήταν πολύ αγαπημένοι, αλλά είχαν ένα πρόβλημα. Ο γέροντας που σκέπαζε και ξεσκέπαζε το φεγγάρι είχε αρρωστήσει βαριά. Εμφανίστηκε λοιπόν ένα μικρό αγόρι, που το έλεγαν Τιμολέων και είπε ότι μπορεί να πάρει αυτός τη θέση του γέροντα. Κάποιος πρότεινε να τον εκτοξεύσουν με μια τεράστια σφεντόνα, άλλος πρότεινε να τον βάλουν μέσα σε μία γιγάντια σαπουνόφουσκα και να φυσήξουν όλοι και ο ρολογάς της πόλης είπε να του βάλουν τα ελατήρια όλων των ρολογιών της πόλης στα πόδια του και να τον πετάξουν στο φεγγάρι. Όμως τότε εμφανίστηκε ένα μικρό κορίτσι, η Χλόη και είπε όλοι οι κάτοικοι να φτιάξουν μία ανθρώπινη σκάλα. Έτσι έγινε και έφτασε ο Τιμολέων στο φεγγάρι.   Θοδωρής Θεοχάρης

Διαφάνεια 17:

Οι πεταλούδες Μια φορά και έναν καιρό ήταν τρεις πεταλούδες που φτερούγιζαν σε έναν όμορφο κήπο, γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια. Τις έλεγαν Μεταξένια, Κρυσταλλένια και Λουλουδένια. Ήθελαν να βρουν γύρη να ρουφήξουν από τα μοσχομυριστά λουλούδια. Όμως εκεί βρισκόντουσαν πολλές άγριες μέλισσες , που δεν άφησαν τις πεταλουδίτσες να φάνε. Αυτές έκλαιγαν φοβισμένες. Όμως ήταν τυχερές γιατί ήρθε ο μπαμπάς των μελισσών και τις συμβούλεψε να αφήσουν τις πεταλουδίτσες να φάνε ήρεμες και να γίνουν φίλες. Αυτές χάρηκαν πολύ και αφού ήπιαν το νέκταρ από τα λουλουδάκια, άρχισαν να χορεύουν ευχαριστημένες στον ουρανό παρέα με τις μελισσούλες . Τα πολύχρωμα φτερά τους λαμπύριζαν στο φως του ήλιου. Βασίλης

Διαφάνεια 17:

Ο καλός ο λύκος και τα άτακτα γουρουνάκια   Τα τρία γουρουνάκια ζούσαν σ’ ένα αγρόκτημα. Το μόνο πράγμα που έκαναν ήταν να τσακώνονται και να κυλιούνται στη λάσπη. Γι’ αυτό αποφάσισαν να μείνουν χωριστά. Όμως τα δύο από τα τρία γουρουνάκια ήταν πολύ τεμπέλικα. Έφτιαξαν για σπίτι δύο μικρές αχυρένιες καλύβες. Το τρίτο γουρουνάκι έφτιαξε ένα σπίτι με τούβλα. Στο μεταξύ στο δάσος τριγυρνούσε ένας καλός λύκος. Βοηθούσε όλα τα ζώα και μάλιστα πολλές φορές τον κορόιδευαν. Ο λύκος όμως είχε καλή ψυχή, συγχωρούσε όλες τις σκανδαλιές τους. Μια μέρα τα δύο τεμπέλικα γουρουνάκια προσκάλεσαν τον λύκο για φαγητό. Όμως αντί για σούπα του πρόσφεραν καυτερή πιπερόσουπα . Ο λύκος πετάχτηκε ψηλά και άρχισε να φωνάζει: «καίγομαι – καίγομαι». Έτρεξε στην πηγή να πιεί νερό. Όμως είχε καλοσύνη μέσα του και τα συγχωρούσε. Όταν έμαθε το τρίτο γουρουνάκι τι έκαναν τα αδέλφια του στον καλό λύκο θύμωσε πολύ. Ζήτησε συγνώμη από τον λύκο και τον προσκάλεσε για φαγητό. Ο λύκος δίστασε για λίγο αλλά στο τέλος αποφάσισε να πάει. Το γουρουνάκι είχε ετοιμάσει ένα πλούσιο γεύμα από ψητό κοτόπουλο, μπριζολάκια στο φούρνο και σοκολατόπιτα . Ο λύκος έφαγε με όλη του την ψυχή. Ευχαρίστησε το γουρουνάκι και του υποσχέθηκε ότι θα του ανταποδώσει το πλούσιο γεύμα. Κι έτσι έγιναν δύο καλοί και αχώριστοι φίλοι. Νοιάζονταν ο ένας για τον άλλον και έβαλαν σε τάξη τ’ άλλα δύο άτακτα γουρουνάκια. I ωάννα