Επαγγέλματα που έχουν εξαφανιστεί η που τείνουν να εξαφανιστουν

Views:
 
Category: Education
     
 

Presentation Description

No description available.

Comments

Presentation Transcript

ΕπαγγΕλματα που ΧΑΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ:

ΕπαγγΕλματα που ΧΑΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΨΥΧΟΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΠΕ02 2 Ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2013-14

ΕΙΣΑΓΩΓΗ :

ΕΙΣΑΓΩΓΗ Επάγγελμα είναι η κύρια και μόνιμη βιοποριστική εργασία που κάνει κάποιος για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα αγαθά για τη ζωή. Στην αρχή ο άνθρωπος εξοικονομούσε τα “ προς το ζην ” με το ψάρεμα, το κυνήγι, τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Με την εξέλιξη όμως του πολιτισμού και την οργάνωση των κοινωνιών οι ανάγκες του ατόμου αυξήθηκαν και οι άνθρωποι άρχισαν να ασκούν διάφορα επαγγέλματα για να μπορέσουν να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες, αλλά και τις ανάγκες της κοινωνίας. Έτσι σιγά-σιγά έκαναν την εμφάνισή τους διάφορα επαγγέλματα, είτε χειρωνακτικά είτε πνευματικά, με αποτέλεσμα τον καταμερισμό της εργασίας και τη συνεργασία μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Όμως η συνεχής ροή του χρόνου, η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας έβαλαν τη σφραγίδα τους σε όλα όσα συνθέτουν την κοινωνία μας και φυσικά δεν άφησαν ανέπαφα και τα επαγγέλματα, τα οποία υπακούοντας στο νόμο της ακμής και παρακμής, αλλοιώθηκαν και αναπροσαρμόστηκαν, ενώ πολλά από αυτά έσβησαν και χάθηκαν για πάντα…..

ΜΥΛΩΝΑΣ:

ΜΥΛΩΝΑΣ Μυλωνάδες στους παλαιότερους χρόνους λέγονταν αυτοί που άλεθαν τα σιτηρά στους μύλους για να παράγουν αλεύρι. Οι μύλοι λειτουργούσαν κυρίως το χειμώνα και όπου υπήρχαν τρεχούμενα νερά λειτουργούσαν και το καλοκαίρι. Η εγκατάστασή τους γινόταν πλάι στις όχθες των ποταμών όπου λειτουργούσαν με τη βοήθεια της μεγάλης ποσότητας τρεχούμενων νερών. Όσους μύλους κινούνταν με αέρα τους έλεγαν ανεμόμυλους. Ο μυλωνάς περίμενε να φυσήξει ο κατάλληλος άνεμος, άπλωνε τα πανιά της φτεριοτής και μετέφερε μέσα στο μύλο τους καρπούς. Ο αλεστικός μηχανισμός είχε δυο οριζόντιες κυλινδρικές μυλόπετρες, τη μια πάνω στην άλλη, με την κάτω ακίνητη. Το σιτάρι διοχετευόταν ανάμεσά τους από μια τρύπα στο κέντρο της επάνω περιστρεφόμενης πέτρας. Με την κίνηση το σιτάρι ή το καλαμπόκι συνθλιβόταν ανάμεσα στις πέτρες και μετατρεπόταν σε σκόνη. Στη συνέχεια ο μυλωνάς ζύγιζε το αλεύρι με τον καμπανό (ζυγαριά της εποχής) και κρατούσε τα αλεστικά, δηλαδή το αλεύρι για την πληρωμή του.

ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ:

ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ Οι τσαγκάρηδες κατασκεύαζαν και επιδιόρθωναν υποδήματα. Μέχρι τη δεκαετία του 1950 και 1960, το επάγγελμα του τσαγκάρη θεωρούνταν από τα πιο προσοδοφόρα, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν ακόμα πολλά εργοστάσια μαζικής παραγωγής, οπότε σχεδόν όλες οι οικογένειες αγόραζαν τα παπούτσια τους από κάποιον τσαγκάρη. Ένα ζευγάρι σόλες κόστιζε 80 δραχμές, όταν το μεροκάματο ενός εργάτη δεν ξεπερνούσε τις 70 δραχμές. Έτσι, αρκετές ήταν οι οικογένειες που έστελναν τα παιδιά τους να μάθουν την τέχνη ως βοηθοί. Συνήθως ξεκινούσαν σε μικρή ηλικία, αφού από το 19ο μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, πολύ λίγα παιδιά είχαν την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσουν το σχολείο.

ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ:

ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ Η λατέρνα ήταν ένα μουσικό όργανο που στα παλιότερα χρόνια γνώρισε μεγάλη δόξα. Για να παίξει η λατέρνα χρειάζονταν οπωσδήποτε δύο άτομα . Ο ένας την είχε στην πλάτη του ή αργότερα που είχε ρόδες την πέρναγε στο δρόμο, και ο άλλος τη γύριζε . Αυτοί λέγονταν λατερνατζήδες. Οι λατερνατζήδες γύριζαν πότε μόνοι τους ,όταν η λατέρνα ήταν στις δόξες της, πότε με συνοδεία κάποιο ντέφι . Έπαιζαν διάφορα λαϊκά τραγούδια που ήταν και τα σουξέ της κάθε εποχής . Οι λατερνατζήδες πήγαιναν σε μαγαζιά , σε πάρκα ή στους δρόμους και πολλές φόρες μαζευόταν γύρω τους ο κόσμος και άκουγε τα τραγούδια που παίζανε. Όταν τελείωνε το τραγούδι , περνούσε ένα άτομο, που ήταν και ο βοηθός τους, κρατώντας ανάποδα το καπέλο του ή το ντέφι και ο κόσμος του έριχνε μέσα λεφτά .

ΠΑΓΟΠΩΛΗΣ:

ΠΑΓΟΠΩΛΗΣ Το επάγγελμα του παγοπώλη υπήρχε ως τη δεκαετία του 1960 κυρίως σε αστικά κέντρα. Ο παγοπώλης πουλούσε τον πάγο περιφερόμενος στις γειτονιές, γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ηλεκτρικά ψυγεία για τη συντήρηση των τροφίμων. Περιδιαβαίνοντας με το ειδικά διαμορφωμένο φορτηγό ή τρίκυκλό του γεμάτο παγοκολόνες ,που κατασκευάζονταν με ειδική διαδικασία σε ανάλογα εργαστήρια, τα παγοποιεία, τροφοδοτούσε όχι μόνο τα σπίτια αλλά και τα διάφορα μικρά μαγαζιά. Ο παγοπώλης φορούσε γάντια, για να μην παγώνουν τα χέρια του και χειριζόταν ένα ειδικό γάντζο-κοπίδι με τον οποίο έπιανε τον πάγο, τον έκοβε και τον μετέφερε. Ο πάγος ετοποθετείτο σε ξύλινα ψυγεία εκείνης της εποχής. Εκεί διατηρούσαν τα τρόφιμά τους οι οικογένειες και είχαν δροσερό νερό το καλοκαίρι. Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας διατίθενται πλέον σύγχρονα ψυγεία κι έτσι τώρα πια το επάγγελμα του παγοπώλη έχει εκλείψει από την χώρα μας.

ΑΜΑΞΑΣ:

ΑΜΑΞΑΣ Ο αμαξάς ήταν κάτι σαν το σημερινό ταξιτζή. Ένα επάγγελμα που τραγουδήθηκε πάρα πολύ από τον κόσμο εκείνης της εποχής. Για τη δουλειά του χρησιμοποιούσε ένα τετράτροχο αμάξι με αραμπά, που το έσερναν ένα ή δύο άλογα και μ' αυτό εκτελούσε μεταφορές ανθρώπων ή ένα δίτροχο αμάξι, τη σούστα, που μ' αυτήν έκαναν τις βόλτες τους οι ρομαντικοί της εποχής, αλλά τη χρησιμοποιούσαν για τις μετακινήσεις τους και οι επίσημοι. Τον αμαξά τον συναντούσε κανείς στις πιάτσες των μεγάλων πόλεων, στα λιμάνια, στους σταθμούς των τρένων και αλλού. Εκεί περίμενε τους πελάτες για να τους μεταφέρει στον προορισμό τους μαζί με τα πράγματά τους. Ντυμένος όμορφα και καθισμένος περήφανα στο « μπαλκόνι» της άμαξάς του, περίμενε υπομονετικά κουβεντιάζοντας με τους άλλους αμαξάδες. Στο χέρι κρατούσε το καμουτσίκι, που το χτυπούσε με μαεστρία και στο κεφάλι φορούσε μια τραγιάσκα, για να προστατεύεται από τον ήλιο. Δίπλα του είχε πάντα ένα κουδουνάκι, που το χτυπούσε κατά τη διαδρομή, για να κάνει αισθητή την παρουσία του.

Ο ΠΕΤΑΛΩΤΗΣ:

Ο ΠΕΤΑΛΩΤΗΣ Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές μια και ήταν απαραίτητοι αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι. Ο πεταλωτής έβαζε στα ζώα τα πέταλα που ήταν σαν παπούτσια τους. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ήταν το σφυρί, η τανάλια, το σατράτσι και τα καρφιά. Στην αρχή ακινητοποιούσαν το πόδι του ζώου και ο πεταλωτής έβγαζε το παλιό φθαρμένο πέταλο. Με το σατράτσι που ήταν ένα μαχαίρι σε σχήμα μικρού τσεκουριού έκοβε την οπλή του ζώου από κάτω έτσι ώστε να την ισιώσει. Μετά έβαζε το καινούργιο πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά καρφιά. Αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα είχαν διάφορα μεγέθη και κατασκευάζονταν από σίδερο με τρύπες γύρω-γύρω για να μπαίνουν τα καρφιά. Το πετάλωμα γινόταν για να μπορεί το ζώο να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του και για να διατηρεί την ισορροπία του. Τα πέταλα κατασκευάζονταν στο αμόνι, ενώ οι τεχνίτες που τα έφτιαχναν αναλάμβαναν ταυτόχρονα και το πετάλωμα των ζώων, που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και δεξιοτεχνία.

ΣΩΜΑΡΑΣ:

ΣΩΜΑΡΑΣ Σωμαράς ή σαμαράς ήταν ο τεχνίτης που κατασκεύαζε σωμάρια για τα χοντρά και τα λεπτά ζώα, που χρησιμοποιούσαν οι αγρότες για τις μεταφορές τους. Η κατασκευή του ξύλινου σκελετού ήταν η κύρια τέχνη του σωμαρά , που απαιτούσε μεγάλη επιδεξιότητα, γιατί όλα τα κομμάτια που τον αποτελούσαν πελεκούνταν από τον ίδιο με το κοφτερό σκεπάρνι και απαιτείτο λεπτή δουλειά ώστε να μη   διακρίνονται τα σκαψίματα  στα ξύλα του σκελετού. Τον ξύλινο σκελετό του σωμαριού αποτελούσαν τα δυο πισινά και τα δυο μπροστινά μέρη, τα οποία συνέδεαν τρεις σπάθες από την κάθε μεριά. Το εσωτερικό γέμισμα ήταν ένα είδος στρώματος με εξωτερική επικάλυψη από ένα πολύ λεπτό δέρμα, το μεχίνι και με εσωτερική από ένα λευκό μάλλινο, το στρασούρι , με ενδιάμεσο γέμισμα από αφράτο χόρτο. Το στρώμα αυτό ραβόταν από το σωμαρά με τη σωμαροβελόνα , διπλωνόταν και έμπαινε μέσα στον ξύλινο σκελετό.

ΚΑΡΕΚΛΑΣ:

ΚΑΡΕΚΛΑΣ Ο καρεκλάς ήταν τεχνίτης που επιδιόρθωνε καρέκλες , πλέκοντας τη βάση του ξύλινου πλαισίου . Για το πλέξιμό τους χρησιμοποιούσε ένα ειδικό χόρτο, που το ονόμαζαν «πανιά». Το χόρτο αυτό το μάζευε το καλοκαίρι μέσα από τα ποτάμια και τους βάλτους και το έβαζε στον ήλιο να στεγνώσει. Έπειτα το έκανε δεμάτια , το τύλιγε γύρω από τον ώμο του κι έπαιρνε τις γειτονιές και τα χωριά με τα πόδια . Είχε μαζί του κι έναν τορβά (=σακίδιο) με τα απαραίτητα εργαλεία μέσα: σύρμα, τανάλια, σφυρί, μαχαίρι ( τσεκμές ). Αντηχούσαν οι δρόμοι απ' την φωνή του. Άκουγαν οι νοικοκυραίοι που είχαν χαλασμένες καρέκλες, έβγαιναν και τον φώναζαν. Καθόταν αυτός στην αυλή του σπιτιού ή στο πεζούλι του δρόμου κι άρχιζε με επιδεξιότητα να επιδιορθώνει την καρέκλα . Πρώτα έκοβε το κατεστραμμένο κομμάτι της βάσης . Έπειτα έβρεχε το χόρτο, για να μαλακώσει και να δουλεύεται ευκολότερα. Ξεκινούσε το πλέξιμο απ' τις άκρες και τελείωνε στο κέντρο. Τα χέρια του δούλευαν με μαεστρία . Όταν τέλειωνε το πλέξιμο, έκοβε με τον τσεκμέ τις άκρες του χόρτου που προεξείχαν. Έπειτα έβαζε την «παλιά» (την γεροντότερη του σπιτιού) να καθήσει με το εγγονάκι, για να δει αν «κρατάει» η καρέκλα.

ΓΑΝΩΤΗΣ:

ΓΑΝΩΤΗΣ Γανωτής ή γανωτζής ή γανωματής είναι ο τεχνίτης που επικαλύπτει τα χάλκινα σκεύη με κασσίτερο. Ήταν χρήσιμη η δουλειά τους, γιατί έσωζαν τους ανθρώπους από το θάνατο που προκαλούσαν τα αγάνωτα χάλκινα σκεύη. Τα παλιά χρόνια, τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους δουλειές και ιδιαίτερα στη μαγειρική ήταν χάλκινα. Αυτά με τον καιρό και με τη μεγάλη χρήση οξειδώνονταν και γίνονταν επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Έπρεπε λοιπόν να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους για προστασία με ένα ειδικό μέταλλο, τον κασσίτερο. Ο γανωτής ,αφού καθάριζε καλά τα σκεύη, άλειφε το εσωτερικό τους με υδροχλωρικό οξύ και το έτριβε με τριμμένο κεραμίδι ή άμμο. Ύστερα ζέσταινε καλά το χάλκινο σκεύος και έριχνε μέσα χλωριούχο αμμώνιο για να στρώσει καλύτερα ο κασσίτερος. Στο τέλος, το σκούπιζε καλά και άπλωνε τον λιωμένο κασσίτερο στην επιφάνεια του σκεύους με τη βοήθεια ενός χοντρού βαμβακερού υφάσματος.

ΤΖΑΜΠΑΖΗΣ:

ΤΖΑΜΠΑΖΗΣ Τζαμπάζης λεγόταν ο έμπορος ζωντανών μεγάλων ζώων, κυρίως μουλαριών, αλόγων, γαϊδάρων αλλά και βοδινών. Τα ζώα αυτά τα αγόραζαν και ή τα μεταπουλούσαν ή τα αντάλλασσαν με άλλα καλύτερα με καταβολή διαφοράς σε χρήμα και τελική κατάληξη τη Μεταπώληση, όταν εύρισκαν συμφέρουσα τιμή . Το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών πράξεων πραγματοποιείτο στις  ζωοπανηγύρεις και στα παζάρια, όπου ο τζαμπάζης οδηγούσε τα αγορασμένα ή ανταλλαγέντα ζώα για τελική πώληση ή νέα ανταλλαγή. Το επάγγελμα του τζαμπάζη ήταν χρήσιμο για  τους απλούς χωρικούς που ήθελαν να αγοράσουν ή να πουλήσουν το ζώο τους, αφού δεν ήταν εύκολο και συμφέρον να τρέχουν στα παζάρια για το σκοπό αυτό.

ΥΦΑΝΤΡΕΣ :

ΥΦΑΝΤΡΕΣ Υφάντρες ονομάζονταν οι γυναίκες που ύφαιναν τα νήματα του αργαλειού, αλλά και τα υφαντά υφάσματα στον αργαλειό. Η τέχνη της υφαντουργίας ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στο Β. Αιγαίο από τα μέσα του 18ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα. Όπως φαίνεται μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξή της έπαιξε ο καθιερωμένος θεσμός της προίκας, που επέβαλε στις νέες κοπέλες να ετοιμάσουν μόνες τους τα «προικιά» τους. Παράλληλα όμως, η τέχνη αυτή αναπτύχθηκε (ιδίως μετά τα μέσα του 20ου αιώνα) όχι μόνο ως οικοκυρική ανάγκη για τη δημιουργία χρηστικών και διακοσμητικών υφαντών αλλά και ειδών ρουχισμού, αλλά και ως οικοτεχνία ,που πρόσφερε πρόσθετο εισόδημα (σχετικά παραδείγματα υπάρχουν σε όλη τη Λέσβο και ιδιαίτερα από την περιοχή της Αγιάσου).

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ Οι άνθρωποι που ζούσαν τα παλιά χρόνια στην ύπαιθρο, δεν είχαν τη δυνατότητα να μετακινηθούν εύκολα από τόπο σε τόπο. Δεν υπήρχαν ούτε κατάλληλοι δρόμοι, αλλά ούτε και συγκοινωνιακά μέσα. Σπάνια πήγαιναν και στο παζάρι, αφού κι ο χρόνος που τους απέμενε από τις πολλές δουλειές ήταν ελάχιστος. Η εξυπηρέτησή τους σε ρουχισμό και άλλα παρόμοια γινόταν από γυρολόγους, πλανόδιους έμπορους δηλαδή, που γύριζαν όλα τα χωριά. Οι γυρολόγοι ξεκινούσαν απ' τα χαράματα με το κάρο τους φορτωμένο με ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς: πουκάμισα, μπλούζες, εσώρουχα, πετσέτες, κάλτσες, κλωστές, κουμπιά, βελόνες, παραμάνες, κουβαρίστρες, χτένια για τις ψείρες, χρώματα για να βάφουν οι νοικοκυρές τα νήματα, υφάσματα και πολλά ακόμη. Για να χωράνε όλα αυτά, μεγάλωναν σε ύψος την καρότσα του κάρου, προσθέτοντας σανίδες, και τη σκέπαζαν με καραβόπανο. Η πληρωμή τους γινόταν συνήθως σε είδος. Τους έδιναν σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια κ.ά. Κι αν ήταν περίοδος που δεν είχαν και γεννήματα, τότε έβγαζαν το τεφτέρι τους κι έγραφαν τα βερεσέδια (χρωστούμενα) .

ΓΑΛΑΤΑΣ:

ΓΑΛΑΤΑΣ Ο γαλατάς ήταν επάγγελμα πλανόδιου μικροπωλητή παλαιότερων εποχών, που διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, που σήμερα έχει εκλείψει σχεδόν τελείως από αρκετές χώρες της Ευρώπης . Ο γαλατάς εργαζόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα και όχι στα χωριά, καθώς εκεί υπήρχε η δυνατότητα και η ανάγκη για άμεση πώληση φρέσκου γάλακτος . Ο γαλατάς αναλάμβανε τη διάθεση του γάλακτος και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων (συνηθέστερα γιαουρτιού) στα σπίτια. Το μεταφορικό του μέσο ήταν ένα υποζύγιο (γάιδαρος ή μουλάρι, μερικές φορές ρυμουλκούσαν και ανοικτή ή κλειστή ελαφριά άμαξα) και αργότερα το ποδήλατο ή μηχανοκίνητο δίτροχο. Το επάγγελμα αυτό έχει εκλείψει από την χώρα μας καθώς ο καθένας μας αγοράζει συσκευασμένο το γάλα από τα σουπερμάρκετ.

ΝΕΡΟΥΛΑΣ:

ΝΕΡΟΥΛΑΣ Στην παλιά Αθήνα που δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, ο νερουλάς ή νεροκόπος αναλάμβανε την τροφοδότηση τους με νερό. Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία . Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ. Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε η ΟΥΛΕΝ. Νερουλάς στο Μαρούσι ήταν και ο Σπύρος Λούης, ο πρώτος νικητής του Μαραθωνίου δρόμου στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896 στην Αθήνα. Μετά τη μεγάλη του επιτυχία ο βασιλιάς Γεώργιος τον ρώτησε τι θα επιθυμούσε σαν δώρο κι αυτός ζήτησε ένα γαϊδουράκι, για να τον βοηθάει να μεταφέρει το νερό.

ΚΟΥΛΟΥΡΤΖΗΣ Η ΚΟΥΛΟΥΡΑΣ:

ΚΟΥΛΟΥΡΤΖΗΣ Η ΚΟΥΛΟΥΡΑΣ Ένα επάγγελμα που υπήρχε παλιά και τείνει σήμερα να εξαφανιστεί είναι ο κουλουράς. Ο κουλουράς λοιπόν, ήταν ο υπαίθριος μικροπωλητής ο οποίος πουλούσε κουλούρια . Κάθε πρωί ο κουλουρτζής, σύχναζε σε μέρη όπου περνούσε πολύς κόσμος, συνήθως σε κεντρικά σημεία των πόλεων, έστηνε το τραπεζάκι του με τα τακτοποιημένα σουσαμένια κουλούρια του και τα πουλούσε. Χαρακτηριστική ήταν η προτροπή των κουλουρτζήδων «Φρέσκα κουλούρια», για να αγοράσουν όλοι το προϊόν τους ....

ΚΑΣΤΑΝΑΣ:

ΚΑΣΤΑΝΑΣ Ο καστανάς ήταν εποχιακό επάγγελμα. Ξεκινούσε τη δουλειά του στις αρχές του Φθινοπώρου και δούλευε μέχρι το τέλος του Χειμώνα. Μόλις έπιαναν τα πρωτοβρόχια ο καστανάς ετοίμαζε τη φουφού, προμηθευόταν τα κάστανα κι έπιανε τη γωνιά κάποιου πολυσύχναστου δρόμου. Η φουφού (φορητό μαγκάλι) ήταν τσίγκινη και στρογγυλή, χωρισμένη συνήθως σε τρία μέρη, όπου τοποθετούσε κατά μέγεθος τα κάστανα. Κάθε μέγεθος και διαφορετική τιμή. Μέχρι να πυρώσει η φωτιά, χαράκωνε μ’ ένα μαχαίρι τα κάστανα και ύστερα τα ΄ριχνε στη φουφού να ψηθούν. Καθισμένος σ΄ ένα χαμηλό σκαμνάκι ο καστανάς περίμενε την πελατεία του σκαλίζοντας τη φωτιά. Μόλις άρχιζαν να σκάζουν τα κάστανα, έπιανε τη μασιά και τα γύριζε απ’ την άλλη μεριά. Αφού ψήνονταν τα απομάκρυνε από τη φουφού. Έπιανε τότε την τσιμπίδα και γέμιζε το χωνάκι που είχε φτιάξει από παλιές εφημερίδες.

ΣΑΛΕΠΙΤΖΗΣ:

ΣΑΛΕΠΙΤΖΗΣ Στην τουρκική γλώσσα salep σημαίνει σαλέπι και salepci ο παρασκευαστής και πωλητής του ποτού, ο σαλεπιτζής. Ο σαλεπιτζής φοράει μια κάτασπρη ποδιά και σκούφο . Είναι τυλιγμένος στα ζεστά , έχ ε ι τη φουφού αναμμένη , ένα μικρό σκαμνί , το αστραφτερό χάλκινο γκιούμι , τα κουπάκια , το δίσκο και διαλαλεί στους παγωμένους δρόμους το αχνιστό και μυρωμένο σαλέπι . Οι περισσότεροι σαλεπιτζήδες είναι μικρασιάτες . Το σαλέπι είναι σκόνη από αποξηραμένους βολβούς . Η σκόνη βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα. Το ποτό είναι θρεπτικό λόγω του αμύλου και της γόμας που περιέχει καθώς και θερμαντικό λόγω της παχύρρευστης μορφής του . Το στέκι του ο σαλεπιτζής το διαλέγει με βάση τις περιοχές που συχνά ζ ου ν οι ξενύχτηδες και εκείνοι που αρχί ζ ου ν τη δουλειά τους αξημέρωτα .

ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ:

ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ Ο αγωγιάτης ή κυρατζής πραγματοποιούσε μεταφορές διαφόρων εμπορευμάτων, κρασιών (σε ασκιά), από ένα τόπο σε άλλο, διακινούσε ταξιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, καθώς και κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας. Το επάγγελμα αυτό εξασκείτο στις χερσαίες μεταφορές. Για τις υπηρεσίες του ο αγωγιάτης έπαιρνε μια πληρωμή, που λεγόταν αγώϊ . Το αγώϊ κανονιζόταν με συμφωνία άλλοτε κατά διαδρομή και άλλοτε κατά μονάδα βάρους του εμπορεύματος που μεταφερόταν.

EΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΗΣ:

EΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΗΣ Ο πλανόδιος εφημεριδοπώλης ήταν ο επαγγελματίας που ασκούσε το επάγγελμά του χωρίς να έχει συγκεκριμένο μαγαζί. Παραλάμβανε τις εφημερίδες από τα Πρακτορεία Διανομής Τύπου και προωθούσε την καθημερινή κυκλοφορία του ελληνικού τύπου περπατώντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης του. Τις πουλούσε στους περαστικούς ή τις άφηνε στην είσοδο των σπιτιών των μόνιμων πελατών του. Ο εφημεριδοπώλης των αρχών του 20ού αιώνα διαλαλούσε τη πραμάτεια του: το « Σκριπ », το «Άστυ», την «Ακρόπολη» και πολλές φορές ενημέρωνε φωνάζοντας για τα μεγάλα γεγονότα.

ΛΟΥΣΤΡΟΣ:

ΛΟΥΣΤΡΟΣ Παλιότερα ,που ο κόσμος περπατούσε σε χωμάτινους δρόμους, τα παπούτσια σκονίζονταν ή λασπώνονταν εύκολα. Τότε γνώρισε άνθηση και το επάγγελμα του λούστρου. Αυτός μ΄ ένα κασελάκι μπροστά του, αληθινό κομψοτέχνημα, και γύρω του να κρέμονται οι βούρτσες και τα βερνίκια με τα διάφορα χρώματα, καθόταν σ' ένα χαμηλό σκαμνάκι, και περίμενε υπομονετικά. Για να προσελκύσει τους πελάτες χτυπούσε ρυθμικά το κασελάκι. Ο πελάτης πλησίαζε κι άπλωνε, όπως ήταν όρθιος, πρώτα το δεξί πόδι πάνω στην ειδική μεταλλική θέση της κασέλας κι έπειτα το άλλο. Έτσι άρχιζε η "ιεροτελεστία" του βαψίματος.

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ:

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ Ένα σπουδαίο επάγγελμα, αυτό του πλανόδιου φωτογράφου, έδωσε πλούσιο υλικό στην ιστορική μνήμη του τόπου μας. Η μηχανή του ήταν ένα τετράγωνο κουτί (σκοτεινός θάλαμος ή κάμερα) που στηριζόταν σε τρίποδο. Πίσω από το κουτί ήταν ένα μαύρο κάλυμμα που χωρούσε το μισό κορμί του, όταν φωτογράφιζε. Μέσα στο κουτί είχε τα σκαφάκια με τα υγρά, μέσα στα οποία κουνούσε το χαρτί, μέχρι να “ζωντανέψει” η φωτογραφία. Μετά σκούπιζε το χαρτί με πετσέτα, το έπλενε με νερό και αφού στέγνωνε παρέδιδε έτοιμη στον πελάτη την φωτογραφία.

PowerPoint Presentation:

Εικόνες σαν κι αυτές, δυστυχώς, δεν υπάρχουν πια….. Ελάχιστοι σήμερα επιμένουν να ασκούν με μεράκι και υπομονή παραδοσιακά επαγγέλματα, αν και γνωρίζουν πολύ καλά ότι αποτελούν τους τελευταίους εκπροσώπους μιας άλλης εποχής, πιο ανθρώπινης αλλά και τόσο μακρινής…. ΜΑΘΗΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α1 ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Δ. Γ2 ΓΑΖΑΛ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α1 ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Β2 ΓΑΖΑΛ ΕΙΡΗΝΗ Α1 ΜΠΟΥΖΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ2 ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Α1 ΠΑΝΤΕΛΙΟΥ ΕΛΕΝΗ Β2 ΔΡΙΒΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ Α1 ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Β2 ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΑΝΝΑ Α1 ΠΑΠΑΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΑΓΓΕΛΙΚΗ Γ3 ΚΑΤΣΙΜΠΟΚΗ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ Β2 ΠΕΝΤΑΥΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α2 ΚΡΗΤΙΔΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Γ2 ΣΥΜΙΓΔΑΛΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Α2 ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Α1 ΤΣΟΥΧΝΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ Γ3 ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ Γ2 ΦΙΛΙΠΠΑΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Γ3 ΚΟΥΡΚΟΥΝΤΗ ΜΑΡΙΑ Γ2 ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Α2

authorStream Live Help